仕出かす
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα διαπράττω, προκαλώ, τα κάνω θάλασσα (για σφάλμα, ακαταστασία κ.λπ.), φέρνω εις πέρας
- 02 συνήθως γραμμένο με κάνα επιτυγχάνω, ολοκληρώνω, καταφέρνω
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 仕出かす
- Παρόν (ευγενικό)
- 仕出かします
- Άρνηση (απλή)
- 仕出かさない
- Άρνηση (ευγενική)
- 仕出かしません
- Παρελθόν (απλό)
- 仕出かした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 仕出かしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 仕出かさなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 仕出かしませんでした
- Τε-μορφή
- 仕出かして
- Δυνητική
- 仕出かせる
- Προστακτική
- 仕出かせ
- Βουλητική
- 仕出かそう
- Υποθετική (ば)
- 仕出かせば
- Υποθετική (たら)
- 仕出かしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 仕出かしたい
- Απαγορευτική (~な)
- 仕出かすな
- Προστακτική (ευγενική)
- 仕出かしなさい
- Παθητική
- 仕出かされる
- Αιτιατική
- 仕出かさせる