ける

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διαχωρίζω, ταξινομώ, καταχωρίζω σε λογιστικό ημερολόγιο

Κλίση

Παρόν (απλό)
仕分ける
Παρόν (ευγενικό)
仕分けます
Άρνηση (απλή)
仕分けない
Άρνηση (ευγενική)
仕分けません
Παρελθόν (απλό)
仕分けた
Παρελθόν (ευγενικό)
仕分けました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
仕分けなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
仕分けませんでした
Τε-μορφή
仕分けて
Δυνητική
仕分けられる
Προστακτική
仕分けろ
Βουλητική
仕分けよう
Υποθετική (ば)
仕分ければ