ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ταξινόμηση, διαλογή, κατηγοριοποίηση
  2. 02 λογιστική εγγραφή (στη λογιστική)

Κλίση

Παρόν (απλό)
仕分けする
Παρόν (ευγενικό)
仕分けします
Άρνηση (απλή)
仕分けしない
Άρνηση (ευγενική)
仕分けしません
Παρελθόν (απλό)
仕分けした
Παρελθόν (ευγενικό)
仕分けしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
仕分けしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
仕分けしませんでした
Τε-μορφή
仕分けして
Δυνητική
仕分けできる
Προστακτική
仕分けしろ
Βουλητική
仕分けしよう
Υποθετική (ば)
仕分けすれば