ける

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παρακινώ (κάποιον να κάνει κάτι), δελεάζω
  2. 02 συμπεριφέρομαι σε κάποιον (με συγκεκριμένο τρόπο), χειρίζομαι (ανθρώπους), μεταχειρίζομαι
  3. 03 στέλνω, προωθώ

Κλίση

Παρόν (απλό)
仕向ける
Παρόν (ευγενικό)
仕向けます
Άρνηση (απλή)
仕向けない
Άρνηση (ευγενική)
仕向けません
Παρελθόν (απλό)
仕向けた
Παρελθόν (ευγενικό)
仕向けました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
仕向けなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
仕向けませんでした
Τε-μορφή
仕向けて
Δυνητική
仕向けられる
Προστακτική
仕向けろ
Βουλητική
仕向けよう
Υποθετική (ば)
仕向ければ