かん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κρατική υπηρεσία, ανάληψη κυβερνητικού αξιώματος
  2. 02 εύρεση νέου άρχοντα ή κυρίου προς υπηρεσία (για έναν ρονίν)

Κλίση

Παρόν (απλό)
仕官する
Παρόν (ευγενικό)
仕官します
Άρνηση (απλή)
仕官しない
Άρνηση (ευγενική)
仕官しません
Παρελθόν (απλό)
仕官した
Παρελθόν (ευγενικό)
仕官しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
仕官しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
仕官しませんでした
Τε-μορφή
仕官して
Δυνητική
仕官できる
Προστακτική
仕官しろ
Βουλητική
仕官しよう
Υποθετική (ば)
仕官すれば