仕し方かたない

επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 δεν υπάρχει (άλλος) τρόπος
  2. 02 δεν μπορεί να γίνει αλλιώς, αναπόφευκτος, δεν μπορώ να κάνω τίποτα, δεν έχω επιλογή
  3. 03 είναι άσκοπο, μάταιο, άχρηστο, ανεπαρκές, δεν είναι αρκετό
  4. 04 ανεπανόρθωτος (για άνθρωπο), εκνευριστικός, ενοχλητικός, απαίσιος
  5. 05 δεν το αντέχω, ανυπόφορος, δεν μπορώ να συγκρατηθώ, πεθαίνω να κάνω κάτι

Παραδείγματα

  • 雨あめだから出でかけられない。仕方ない。

    Βρέχει, οπότε δεν μπορώ να βγω έξω. Δεν γίνεται αλλιώς.

  • 締しめ切きりが間近まぢかだから、徹夜てつやするのも仕方しかたない。

    Η προθεσμία είναι κοντά, οπότε δεν υπάρχει άλλη επιλογή από το να ξενυχτήσω.

  • 人生じんせいにおいて、どれだけ努力どりょくしても結果けっかが出でない時ときもある。そういう時ときは、もはや仕方しかたないと悟さとり、次つぎへ進すすむしか道みちはない。

    Στη ζωή, υπάρχουν στιγμές που, όσο κι αν προσπαθήσεις, δεν φέρνεις αποτέλεσμα. Σε τέτοιες περιπτώσεις, δεν μπορείς παρά να αποδεχτείς ότι «δεν γίνεται αλλιώς» και να προχωρήσεις παρακάτω.

Κλίση

Παρόν (απλό)
仕方ない
Παρόν (ευγενικό)
仕方ないです
Άρνηση (απλή)
仕方なくない
Άρνηση (ευγενική)
仕方なくないです
Παρελθόν (απλό)
仕方なかった
Παρελθόν (ευγενικό)
仕方なかったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
仕方なくなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
仕方なくなかったです
Τε-μορφή
仕方なくて
Υποθετική (ば)
仕方なければ