επίθημα | Μετάφραση από JMdict

Άλλες αναγνώσεις: しまい

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα επίθημα τέλος, σταμάτημα, κλείσιμο
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα επίθημα ολοκλήρωση προτού προλάβει κανείς να κάνει κάτι που ήθελε ή σκόπευε να κάνει