仕し舞まう

ρήμα, άλλο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα ολοκληρώνω, σταματώ, τελειώνω, βάζω ένα τέλος, κλείνω
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα κλείνω (μια επιχείρηση κ.λπ.), βάζω λουκέτο, τερματίζω τη λειτουργία
  3. 03 συνήθως γραμμένο με κάνα τακτοποιώ, βάζω στη θέση του, φυλάσσω, αποθηκεύω
  4. 04 συνήθως γραμμένο με κάνα κάνω κάτι ολοκληρωτικά, ολοκληρώνω
  5. 05 συνήθως γραμμένο με κάνα κάνω κάτι κατά λάθος, κάνω κάτι χωρίς να το θέλω, τυχαίνει να κάνω, καταλήγω να κάνω

Παραδείγματα

  • 本ほんを仕舞しまう。

    Βάζω πίσω το βιβλίο.

  • 買かい物ものをしたら、すぐに冷蔵庫れいぞうこに食たべ物ものを仕舞しまいます。

    Αφού ψωνίσω, αμέσως βάζω τα τρόφιμα στο ψυγείο.

  • せっかく用意よういしたご馳走ちそうも、急きゅうな来客らいきゃくのせいで全部ぜんぶ仕舞しまうことになった。

    Ακόμα και το πλούσιο γεύμα που είχαμε ετοιμάσει, λόγω των απροειδοποίητων επισκεπτών, καταλήξαμε να το μαζέψουμε όλο.

Κλίση

Παρόν (απλό)
仕舞う
Παρόν (ευγενικό)
仕舞います
Άρνηση (απλή)
仕舞わない
Άρνηση (ευγενική)
仕舞いません
Παρελθόν (απλό)
仕舞った
Παρελθόν (ευγενικό)
仕舞いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
仕舞わなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
仕舞いませんでした
Τε-μορφή
仕舞って
Δυνητική
仕舞える
Προστακτική
仕舞え
Βουλητική
仕舞おう
Υποθετική (ば)
仕舞えば