他ほか

ουσιαστικό, επίρρημα | N3 | Μετάφραση από JMdict

Άλλες αναγνώσεις: た

  1. 01 αλλού, σε άλλο μέρος, έξω
  2. 02 άλλος (άνθρωπος ή πράγμα), διαφορετικός, κάτι άλλο, κάποιος άλλος, οι υπόλοιποι
  3. 03 συνήθως γραμμένο με κάνα ειδικά ως 外 πέρα από (τις προσδοκίες κάποιου, τη φαντασία κ.λπ.), έξω από
  4. 04 εκτός από, πλην
  5. 05 επιπλέον, εκτός από, καθώς και

Παραδείγματα

  • 他ほかには何なにもありません。

    Δεν υπάρχει τίποτα άλλο.

  • 私わたしには、彼かれの他ほかに頼たのめる人ひとがいません。

    Δεν έχω κανέναν άλλο να ζητήσω βοήθεια εκτός από αυτόν.

  • 想定外そうていがいの事態じたいが発生はっせいしたが、他ほかに選択肢せんたくしがないため、このまま続行ぞっこうするより他ほかはない。

    Προέκυψε μια απρόβλεπτη κατάσταση, αλλά επειδή δεν υπάρχουν άλλες επιλογές, δεν έχουμε άλλη λύση από το να συνεχίσουμε έτσι.