ほかたる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 απευθύνομαι αλλού, δοκιμάζω κάπου αλλού (για κατάστημα, υπηρεσία, κ.λπ.)

Κλίση

Παρόν (απλό)
他を当たる
Παρόν (ευγενικό)
他を当たります
Άρνηση (απλή)
他を当たらない
Άρνηση (ευγενική)
他を当たりません
Παρελθόν (απλό)
他を当たった
Παρελθόν (ευγενικό)
他を当たりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
他を当たらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
他を当たりませんでした
Τε-μορφή
他を当たって
Δυνητική
他を当たれる
Προστακτική
他を当たれ
Βουλητική
他を当たろう
Υποθετική (ば)
他を当たれば