にんきびしくぶんあま

άλλο, επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αυστηρός με τους άλλους αλλά επιεικής με τον εαυτό του

Κλίση

Παρόν (απλό)
他人に厳しく自分に甘い
Παρόν (ευγενικό)
他人に厳しく自分に甘いです
Άρνηση (απλή)
他人に厳しく自分に甘くない
Άρνηση (ευγενική)
他人に厳しく自分に甘くないです
Παρελθόν (απλό)
他人に厳しく自分に甘かった
Παρελθόν (ευγενικό)
他人に厳しく自分に甘かったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
他人に厳しく自分に甘くなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
他人に厳しく自分に甘くなかったです
Τε-μορφή
他人に厳しく自分に甘くて
Υποθετική (ば)
他人に厳しく自分に甘ければ