こく

ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ξένη χώρα, άλλη χώρα
  2. 02 άλλη επαρχία
  3. 03 ξένη γη, άγνωστη γη

Παραδείγματα

  • 他国たこくひろいです。

    Οι ξένες χώρες είναι απέραντες.

  • わたし将来しょうらい他国たこくはたらきたいとおもっています。

    Στο μέλλον, θέλω να δουλέψω σε άλλη χώρα.

  • グローバル進展しんてんする現代げんだいにおいて、他国たこく文化ぶんか価値観かちかん理解りかい尊重そんちょうすることは、国際こくさい社会しゃかい円滑えんかつ共存きょうぞんしていくために不可欠ふかけつです。

    Στη σημερινή εποχή που η παγκοσμιοποίηση προχωρά, η κατανόηση και ο σεβασμός των πολιτισμών και των αξιών άλλων χωρών είναι απαραίτητα για την ομαλή συνύπαρξη στη διεθνή κοινότητα.