かい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 θάνατος, ο επόμενος κόσμος
  2. 02 ευφημισμός αποδημώ εις κύριον, πεθαίνω

Κλίση

Παρόν (απλό)
他界する
Παρόν (ευγενικό)
他界します
Άρνηση (απλή)
他界しない
Άρνηση (ευγενική)
他界しません
Παρελθόν (απλό)
他界した
Παρελθόν (ευγενικό)
他界しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
他界しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
他界しませんでした
Τε-μορφή
他界して
Δυνητική
他界できる
Προστακτική
他界しろ
Βουλητική
他界しよう
Υποθετική (ば)
他界すれば