他行
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 άλλη τράπεζα
- 02 απουσία από το σπίτι, έξοδος
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 他行する
- Παρόν (ευγενικό)
- 他行します
- Άρνηση (απλή)
- 他行しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 他行しません
- Παρελθόν (απλό)
- 他行した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 他行しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 他行しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 他行しませんでした
- Τε-μορφή
- 他行して
- Δυνητική
- 他行できる
- Προστακτική
- 他行しろ
- Βουλητική
- 他行しよう
- Υποθετική (ば)
- 他行すれば
- Υποθετική (たら)
- 他行したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 他行したい
- Απαγορευτική (~な)
- 他行するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 他行しなさい
- Παθητική
- 他行される
- Αιτιατική
- 他行させる