付いて行ける
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα συμβαδίζω, ακολουθώ τον ρυθμό, παρακολουθώ (τη σκέψη κάποιου), κατανοώ
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 付いて行ける
- Παρόν (ευγενικό)
- 付いて行けます
- Άρνηση (απλή)
- 付いて行けない
- Άρνηση (ευγενική)
- 付いて行けません
- Παρελθόν (απλό)
- 付いて行けた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 付いて行けました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 付いて行けなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 付いて行けませんでした
- Τε-μορφή
- 付いて行けて
- Δυνητική
- 付いて行けられる
- Προστακτική
- 付いて行けろ
- Βουλητική
- 付いて行けよう
- Υποθετική (ば)
- 付いて行ければ
- Υποθετική (たら)
- 付いて行けたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 付いて行けたい
- Απαγορευτική (~な)
- 付いて行けるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 付いて行けなさい
- Παθητική
- 付いて行けられる
- Αιτιατική
- 付いて行けさせる