付きまとう
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα ακολουθώ κατά πόδας, σκιάζω, έρχομαι μαζί
- 02 συνήθως γραμμένο με κάνα καταδιώκω (π.χ. συναίσθημα, αποτυχία), στοιχειώνω
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 付きまとう
- Παρόν (ευγενικό)
- 付きまといます
- Άρνηση (απλή)
- 付きまとわない
- Άρνηση (ευγενική)
- 付きまといません
- Παρελθόν (απλό)
- 付きまとった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 付きまといました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 付きまとわなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 付きまといませんでした
- Τε-μορφή
- 付きまとって
- Δυνητική
- 付きまとえる
- Προστακτική
- 付きまとえ
- Βουλητική
- 付きまとおう
- Υποθετική (ば)
- 付きまとえば
- Υποθετική (たら)
- 付きまとったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 付きまといたい
- Απαγορευτική (~な)
- 付きまとうな
- Προστακτική (ευγενική)
- 付きまといなさい
- Παθητική
- 付きまとわれる
- Αιτιατική
- 付きまとわせる