ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παραμένω συνεχώς στο πλευρό κάποιου, συνοδεύω αδιαλείπτως

Κλίση

Παρόν (απλό)
付き切る
Παρόν (ευγενικό)
付き切ります
Άρνηση (απλή)
付き切らない
Άρνηση (ευγενική)
付き切りません
Παρελθόν (απλό)
付き切った
Παρελθόν (ευγενικό)
付き切りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
付き切らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
付き切りませんでした
Τε-μορφή
付き切って
Δυνητική
付き切れる
Προστακτική
付き切れ
Βουλητική
付き切ろう
Υποθετική (ば)
付き切れば