したが

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ακολουθώ, συνοδεύω
  2. 02 υπηρετώ, εργάζομαι υπό τις διαταγές κάποιου, υπακούω

Κλίση

Παρόν (απλό)
付き従う
Παρόν (ευγενικό)
付き従います
Άρνηση (απλή)
付き従わない
Άρνηση (ευγενική)
付き従いません
Παρελθόν (απλό)
付き従った
Παρελθόν (ευγενικό)
付き従いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
付き従わなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
付き従いませんでした
Τε-μορφή
付き従って
Δυνητική
付き従える
Προστακτική
付き従え
Βουλητική
付き従おう
Υποθετική (ば)
付き従えば