付つき添そう

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παρευρίσκομαι σε, υπηρετώ, συνοδεύω, escorte, συνοδεύω ως κηδεμόνας

Παραδείγματα

  • 私わたしは友達ともだちに付つき添そいます。

    Συνοδεύω τον φίλο μου.

  • 先生せんせいは生徒せいとが病院びょういんへ行いくのに付つき添そいました。

    Ο δάσκαλος συνόδευσε τον μαθητή στο νοσοκομείο.

  • 彼かれは、足あしの不自由ふじゆうな高齢者こうれいしゃが散歩さんぽする際さいに、いつも付つき添そうようにしています。

    Προσπαθεί πάντα να συνοδεύει τους ηλικιωμένους με προβλήματα στα πόδια όταν πηγαίνουν βόλτα.

Κλίση

Παρόν (απλό)
付き添う
Παρόν (ευγενικό)
付き添います
Άρνηση (απλή)
付き添わない
Άρνηση (ευγενική)
付き添いません
Παρελθόν (απλό)
付き添った
Παρελθόν (ευγενικό)
付き添いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
付き添わなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
付き添いませんでした
Τε-μορφή
付き添って
Δυνητική
付き添える
Προστακτική
付き添え
Βουλητική
付き添おう
Υποθετική (ば)
付き添えば