けっぱなし

ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα αφήνω κάτι αναμμένο (φως, τηλεόραση, κ.λπ.), αφήνω κάτι ενεργοποιημένο (π.χ. ένα κλειδί στην κλειδαριά)