けで

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αγοράζω με πίστωση, αγοράζω με δόσεις

Κλίση

Παρόν (απλό)
付けで買う
Παρόν (ευγενικό)
付けで買います
Άρνηση (απλή)
付けで買わない
Άρνηση (ευγενική)
付けで買いません
Παρελθόν (απλό)
付けで買った
Παρελθόν (ευγενικό)
付けで買いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
付けで買わなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
付けで買いませんでした
Τε-μορφή
付けで買って
Δυνητική
付けで買える
Προστακτική
付けで買え
Βουλητική
付けで買おう
Υποθετική (ば)
付けで買えば