あわせる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 γαρνίρω, συνοδεύω (ένα πιάτο), συνδυάζω
  2. 02 συνδέω, ενώνω, συνενώνω
  3. 03 συγκρίνω, ελέγχω (με βάση κάτι), διασταυρώνω

Κλίση

Παρόν (απλό)
付け合せる
Παρόν (ευγενικό)
付け合せます
Άρνηση (απλή)
付け合せない
Άρνηση (ευγενική)
付け合せません
Παρελθόν (απλό)
付け合せた
Παρελθόν (ευγενικό)
付け合せました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
付け合せなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
付け合せませんでした
Τε-μορφή
付け合せて
Δυνητική
付け合せられる
Προστακτική
付け合せろ
Βουλητική
付け合せよう
Υποθετική (ば)
付け合せれば