付する
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 προσκολλώ, επισυνάπτω, προσαρτώ
- 02 εμπιστεύομαι, παραπέμπω, χειρίζομαι (ως τέτοιο)
- 03 ακολουθώ (τον αρχηγό)
- 04 υποβάλλω (έγγραφο, κ.λπ.)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 付する
- Παρόν (ευγενικό)
- 付します
- Άρνηση (απλή)
- 付しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 付しません
- Παρελθόν (απλό)
- 付した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 付しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 付しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 付しませんでした
- Τε-μορφή
- 付して
- Δυνητική
- 付できる
- Προστακτική
- 付しろ
- Βουλητική
- 付しよう
- Υποθετική (ば)
- 付すれば
- Υποθετική (たら)
- 付したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 付したい
- Απαγορευτική (~な)
- 付するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 付しなさい
- Παθητική
- 付される
- Αιτιατική
- 付させる