ぞく

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 προσκολλώμαι, υπάγομαι, ανήκω, συνοδεύω
  2. 02 συντομογραφία προσκολλημένο σχολείο, συνεργαζόμενο σχολείο

Κλίση

Παρόν (απλό)
付属する
Παρόν (ευγενικό)
付属します
Άρνηση (απλή)
付属しない
Άρνηση (ευγενική)
付属しません
Παρελθόν (απλό)
付属した
Παρελθόν (ευγενικό)
付属しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
付属しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
付属しませんでした
Τε-μορφή
付属して
Δυνητική
付属できる
Προστακτική
付属しろ
Βουλητική
付属しよう
Υποθετική (ば)
付属すれば