ばん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αρίθμηση, ανάθεση αριθμών
  2. 02 κατάληξη κατάταξης (στη SGML)

Κλίση

Παρόν (απλό)
付番する
Παρόν (ευγενικό)
付番します
Άρνηση (απλή)
付番しない
Άρνηση (ευγενική)
付番しません
Παρελθόν (απλό)
付番した
Παρελθόν (ευγενικό)
付番しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
付番しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
付番しませんでした
Τε-μορφή
付番して
Δυνητική
付番できる
Προστακτική
付番しろ
Βουλητική
付番しよう
Υποθετική (ば)
付番すれば