付託
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 παραπομπή, υποβολή (π.χ. σε επιτροπή), ανάθεση
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 付託する
- Παρόν (ευγενικό)
- 付託します
- Άρνηση (απλή)
- 付託しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 付託しません
- Παρελθόν (απλό)
- 付託した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 付託しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 付託しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 付託しませんでした
- Τε-μορφή
- 付託して
- Δυνητική
- 付託できる
- Προστακτική
- 付託しろ
- Βουλητική
- 付託しよう
- Υποθετική (ば)
- 付託すれば
- Υποθετική (たら)
- 付託したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 付託したい
- Απαγορευτική (~な)
- 付託するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 付託しなさい
- Παθητική
- 付託される
- Αιτιατική
- 付託させる