付設
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 παράρτημα, προσαρτημένη δομή ή ίδρυμα
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 付設する
- Παρόν (ευγενικό)
- 付設します
- Άρνηση (απλή)
- 付設しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 付設しません
- Παρελθόν (απλό)
- 付設した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 付設しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 付設しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 付設しませんでした
- Τε-μορφή
- 付設して
- Δυνητική
- 付設できる
- Προστακτική
- 付設しろ
- Βουλητική
- 付設しよう
- Υποθετική (ば)
- 付設すれば
- Υποθετική (たら)
- 付設したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 付設したい
- Απαγορευτική (~な)
- 付設するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 付設しなさい
- Παθητική
- 付設される
- Αιτιατική
- 付設させる