ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παραπομπή ζητήματος, συζήτηση, διάσκεψη, υποβολή (π.χ. μέτρου), παραπομπή (π.χ. νομοσχεδίου σε επιτροπή), ένταξη (π.χ. θέματος σε ημερήσια διάταξη)

Κλίση

Παρόν (απλό)
付議する
Παρόν (ευγενικό)
付議します
Άρνηση (απλή)
付議しない
Άρνηση (ευγενική)
付議しません
Παρελθόν (απλό)
付議した
Παρελθόν (ευγενικό)
付議しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
付議しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
付議しませんでした
Τε-μορφή
付議して
Δυνητική
付議できる
Προστακτική
付議しろ
Βουλητική
付議しよう
Υποθετική (ば)
付議すれば