代作
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συγγραφή κειμένου για λογαριασμό άλλου
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 代作する
- Παρόν (ευγενικό)
- 代作します
- Άρνηση (απλή)
- 代作しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 代作しません
- Παρελθόν (απλό)
- 代作した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 代作しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 代作しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 代作しませんでした
- Τε-μορφή
- 代作して
- Δυνητική
- 代作できる
- Προστακτική
- 代作しろ
- Βουλητική
- 代作しよう
- Υποθετική (ば)
- 代作すれば
- Υποθετική (たら)
- 代作したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 代作したい
- Απαγορευτική (~な)
- 代作するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 代作しなさい
- Παθητική
- 代作される
- Αιτιατική
- 代作させる