だいべん

ουσιαστικό, ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εκπροσώπηση, ομιλία εξ ονόματος κάποιου άλλου, ενέργεια ως εκπρόσωπος, παρουσίαση των απόψεων ή συναισθημάτων κάποιου
  2. 02 πληρωμή από τρίτο πρόσωπο, εξόφληση για λογαριασμό κάποιου άλλου
  3. 03 ενέργεια για λογαριασμό κάποιου άλλου, διεκπεραίωση εκ μέρους κάποιου

Κλίση

Παρόν (απλό)
代弁する
Παρόν (ευγενικό)
代弁します
Άρνηση (απλή)
代弁しない
Άρνηση (ευγενική)
代弁しません
Παρελθόν (απλό)
代弁した
Παρελθόν (ευγενικό)
代弁しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
代弁しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
代弁しませんでした
Τε-μορφή
代弁して
Δυνητική
代弁できる
Προστακτική
代弁しろ
Βουλητική
代弁しよう
Υποθετική (ば)
代弁すれば