だいえん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αντικατάσταση σε παράσταση, αναπλήρωση ρόλου

Κλίση

Παρόν (απλό)
代演する
Παρόν (ευγενικό)
代演します
Άρνηση (απλή)
代演しない
Άρνηση (ευγενική)
代演しません
Παρελθόν (απλό)
代演した
Παρελθόν (ευγενικό)
代演しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
代演しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
代演しませんでした
Τε-μορφή
代演して
Δυνητική
代演できる
Προστακτική
代演しろ
Βουλητική
代演しよう
Υποθετική (ば)
代演すれば