だいそう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αντικαταστάτης δρομέας
  2. 02 αντικαταστάτης

Κλίση

Παρόν (απλό)
代走する
Παρόν (ευγενικό)
代走します
Άρνηση (απλή)
代走しない
Άρνηση (ευγενική)
代走しません
Παρελθόν (απλό)
代走した
Παρελθόν (ευγενικό)
代走しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
代走しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
代走しませんでした
Τε-μορφή
代走して
Δυνητική
代走できる
Προστακτική
代走しろ
Βουλητική
代走しよう
Υποθετική (ば)
代走すれば