しゃく

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συγχώρεση, ελαφρυντικό, δικαιολογία
  2. 02 δανεισμός
  3. 03 φωνητικός δανεικός χαρακτήρας, φωνητικό δάνειο, χαρακτήρας που χρησιμοποιείται για την προφορά του

Κλίση

Παρόν (απλό)
仮借する
Παρόν (ευγενικό)
仮借します
Άρνηση (απλή)
仮借しない
Άρνηση (ευγενική)
仮借しません
Παρελθόν (απλό)
仮借した
Παρελθόν (ευγενικό)
仮借しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
仮借しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
仮借しませんでした
Τε-μορφή
仮借して
Δυνητική
仮借できる
Προστακτική
仮借しろ
Βουλητική
仮借しよう
Υποθετική (ば)
仮借すれば