かり

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μεσημεριανός ύπνος, σύντομος ύπνος, σιέστα
  2. 02 αρχαϊκό διανυκτέρευση σε πανδοχείο

Κλίση

Παρόν (απλό)
仮寝する
Παρόν (ευγενικό)
仮寝します
Άρνηση (απλή)
仮寝しない
Άρνηση (ευγενική)
仮寝しません
Παρελθόν (απλό)
仮寝した
Παρελθόν (ευγενικό)
仮寝しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
仮寝しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
仮寝しませんでした
Τε-μορφή
仮寝して
Δυνητική
仮寝できる
Προστακτική
仮寝しろ
Βουλητική
仮寝しよう
Υποθετική (ば)
仮寝すれば