びょう使つか

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 προσποιούμαι ασθένεια

Κλίση

Παρόν (απλό)
仮病を使う
Παρόν (ευγενικό)
仮病を使います
Άρνηση (απλή)
仮病を使わない
Άρνηση (ευγενική)
仮病を使いません
Παρελθόν (απλό)
仮病を使った
Παρελθόν (ευγενικό)
仮病を使いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
仮病を使わなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
仮病を使いませんでした
Τε-μορφή
仮病を使って
Δυνητική
仮病を使える
Προστακτική
仮病を使え
Βουλητική
仮病を使おう
Υποθετική (ば)
仮病を使えば