そう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μεταμφίεση, αποκριάτικη ενδυμασία, μασκαράτα, κάλυψη
  2. 02 μετασκευασμένος (για καταδρομικό)

Κλίση

Παρόν (απλό)
仮装する
Παρόν (ευγενικό)
仮装します
Άρνηση (απλή)
仮装しない
Άρνηση (ευγενική)
仮装しません
Παρελθόν (απλό)
仮装した
Παρελθόν (ευγενικό)
仮装しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
仮装しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
仮装しませんでした
Τε-μορφή
仮装して
Δυνητική
仮装できる
Προστακτική
仮装しろ
Βουλητική
仮装しよう
Υποθετική (ば)
仮装すれば