仮釈放
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 υφ' όρον απόλυση, υπό όρους αποφυλάκιση
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 仮釈放する
- Παρόν (ευγενικό)
- 仮釈放します
- Άρνηση (απλή)
- 仮釈放しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 仮釈放しません
- Παρελθόν (απλό)
- 仮釈放した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 仮釈放しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 仮釈放しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 仮釈放しませんでした
- Τε-μορφή
- 仮釈放して
- Δυνητική
- 仮釈放できる
- Προστακτική
- 仮釈放しろ
- Βουλητική
- 仮釈放しよう
- Υποθετική (ば)
- 仮釈放すれば
- Υποθετική (たら)
- 仮釈放したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 仮釈放したい
- Απαγορευτική (~な)
- 仮釈放するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 仮釈放しなさい
- Παθητική
- 仮釈放される
- Αιτιατική
- 仮釈放させる