あお

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κοιτάζω ψηλά, ατενίζω προς τα πάνω
  2. 02 σέβομαι, θαυμάζω, εκτιμώ

Κλίση

Παρόν (απλό)
仰ぎ見る
Παρόν (ευγενικό)
仰ぎ見ます
Άρνηση (απλή)
仰ぎ見ない
Άρνηση (ευγενική)
仰ぎ見ません
Παρελθόν (απλό)
仰ぎ見た
Παρελθόν (ευγενικό)
仰ぎ見ました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
仰ぎ見なかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
仰ぎ見ませんでした
Τε-μορφή
仰ぎ見て
Δυνητική
仰ぎ見られる
Προστακτική
仰ぎ見ろ
Βουλητική
仰ぎ見よう
Υποθετική (ば)
仰ぎ見れば