ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα γέρνω προς τα πίσω, λυγίζω το σώμα μου προς τα πίσω
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα μένω έκπληκτος, αιφνιδιάζομαι

Κλίση

Παρόν (απλό)
仰け反る
Παρόν (ευγενικό)
仰け反ります
Άρνηση (απλή)
仰け反らない
Άρνηση (ευγενική)
仰け反りません
Παρελθόν (απλό)
仰け反った
Παρελθόν (ευγενικό)
仰け反りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
仰け反らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
仰け反りませんでした
Τε-μορφή
仰け反って
Δυνητική
仰け反れる
Προστακτική
仰け反れ
Βουλητική
仰け反ろう
Υποθετική (ば)
仰け反れば