あおのける

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 στρέφω προς τα πάνω (το πρόσωπο ή ένα χαρτί)

Κλίση

Παρόν (απλό)
仰のける
Παρόν (ευγενικό)
仰のけます
Άρνηση (απλή)
仰のけない
Άρνηση (ευγενική)
仰のけません
Παρελθόν (απλό)
仰のけた
Παρελθόν (ευγενικό)
仰のけました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
仰のけなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
仰のけませんでした
Τε-μορφή
仰のけて
Δυνητική
仰のけられる
Προστακτική
仰のけろ
Βουλητική
仰のけよう
Υποθετική (ば)
仰のければ