なかいい

άλλο, επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καθομιλουμένη στενός, οικείος, με καλές σχέσεις

Κλίση

Παρόν (απλό)
仲いい
Παρόν (ευγενικό)
仲いいです
Άρνηση (απλή)
仲いくない
Άρνηση (ευγενική)
仲いくないです
Παρελθόν (απλό)
仲いかった
Παρελθόν (ευγενικό)
仲いかったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
仲いくなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
仲いくなかったです
Τε-μορφή
仲いくて
Υποθετική (ば)
仲いければ