仲介の労をとる
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 μεσολαβώ, ενεργώ ως μεσολαβητής, λειτουργώ ως διαμεσολαβητής, ενεργώ ως ενδιάμεσος
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 仲介の労をとる
- Παρόν (ευγενικό)
- 仲介の労をとります
- Άρνηση (απλή)
- 仲介の労をとらない
- Άρνηση (ευγενική)
- 仲介の労をとりません
- Παρελθόν (απλό)
- 仲介の労をとった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 仲介の労をとりました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 仲介の労をとらなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 仲介の労をとりませんでした
- Τε-μορφή
- 仲介の労をとって
- Δυνητική
- 仲介の労をとれる
- Προστακτική
- 仲介の労をとれ
- Βουλητική
- 仲介の労をとろう
- Υποθετική (ば)
- 仲介の労をとれば
- Υποθετική (たら)
- 仲介の労をとったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 仲介の労をとりたい
- Απαγορευτική (~な)
- 仲介の労をとるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 仲介の労をとりなさい
- Παθητική
- 仲介の労をとられる
- Αιτιατική
- 仲介の労をとらせる