なか

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διαμεσολάβηση, μεσιτεία, μεσίτης, διαμεσολαβητής

Κλίση

Παρόν (απλό)
仲立ちする
Παρόν (ευγενικό)
仲立ちします
Άρνηση (απλή)
仲立ちしない
Άρνηση (ευγενική)
仲立ちしません
Παρελθόν (απλό)
仲立ちした
Παρελθόν (ευγενικό)
仲立ちしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
仲立ちしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
仲立ちしませんでした
Τε-μορφή
仲立ちして
Δυνητική
仲立ちできる
Προστακτική
仲立ちしろ
Βουλητική
仲立ちしよう
Υποθετική (ば)
仲立ちすれば