にんじる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διορίζω, ορίζω
  2. 02 θεωρώ (τον εαυτό μου), υποδύομαι, φαντάζομαι (τον εαυτό μου)
  3. 03 αναλαμβάνω (ρόλο, ευθύνη, κ.λπ.)

Κλίση

Παρόν (απλό)
任じる
Παρόν (ευγενικό)
任じます
Άρνηση (απλή)
任じない
Άρνηση (ευγενική)
任じません
Παρελθόν (απλό)
任じた
Παρελθόν (ευγενικό)
任じました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
任じなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
任じませんでした
Τε-μορφή
任じて
Δυνητική
任じられる
Προστακτική
任じろ
Βουλητική
任じよう
Υποθετική (ば)
任じれば