任まかす

ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αναθέτω σε κάποιον, εμπιστεύομαι σε κάποιον, αφήνω στα χέρια κάποιου, παραδίδω σε κάποιον

Παραδείγματα

  • 仕事しごとを任まかせます。

    Θα του αναθέσω τη δουλειά.

  • 新あたらしいプロジェクトを彼かれに任まかせることにしました。

    Αποφάσισα να του αναθέσω το νέο project.

  • 大切たいせつな仕事しごとだからこそ、信頼しんらいできる人ひとに任まかせるべきだと思おもいます。

    Ακριβώς επειδή είναι σημαντική δουλειά, πιστεύω ότι πρέπει να την αναθέσουμε σε κάποιον που μπορούμε να εμπιστευτούμε.

Κλίση

Παρόν (απλό)
任す
Παρόν (ευγενικό)
任します
Άρνηση (απλή)
任さない
Άρνηση (ευγενική)
任しません
Παρελθόν (απλό)
任した
Παρελθόν (ευγενικό)
任しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
任さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
任しませんでした
Τε-μορφή
任して
Δυνητική
任せる
Προστακτική
任せ
Βουλητική
任そう
Υποθετική (ば)
任せば