にんたす

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εκπληρώνω το καθήκον μου, φέρνω σε πέρας τα καθήκοντά μου

Κλίση

Παρόν (απλό)
任を果たす
Παρόν (ευγενικό)
任を果たします
Άρνηση (απλή)
任を果たさない
Άρνηση (ευγενική)
任を果たしません
Παρελθόν (απλό)
任を果たした
Παρελθόν (ευγενικό)
任を果たしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
任を果たさなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
任を果たしませんでした
Τε-μορφή
任を果たして
Δυνητική
任を果たせる
Προστακτική
任を果たせ
Βουλητική
任を果たそう
Υποθετική (ば)
任を果たせば