任にん務む

ουσιαστικό | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καθήκον, λειτουργία, αρμοδιότητα, θέση, αποστολή, εργασία, ρόλος

Παραδείγματα

  • これは私わたしの任務にんむです。

    Αυτό είναι το καθήκον μου.

  • その任務にんむを果はたすのは簡単かんたんではありませんでした。

    Δεν ήταν εύκολο να φέρω εις πέρας αυτή την αποστολή.

  • 彼かれは、誰だれもが困難こんなんだと考かんがえていた秘密ひみつの任務にんむを見事みごとに遂行すいこうした。

    Εκείνος κατάφερε να φέρει εις πέρας μια μυστική αποστολή που όλοι θεωρούσαν αδύνατη.