くわだてる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σχεδιάζω, συνωμοτώ, προτείνω, καταστρώνω, προτίθεμαι, διανοούμαι
  2. 02 επιχειρώ (π.χ. αυτοκτονία, φόνο), αναλαμβάνω (π.χ. επιχείρηση)
  3. 03 αρχαϊκό στέκομαι στις μύτες των ποδιών μου

Κλίση

Παρόν (απλό)
企てる
Παρόν (ευγενικό)
企てます
Άρνηση (απλή)
企てない
Άρνηση (ευγενική)
企てません
Παρελθόν (απλό)
企てた
Παρελθόν (ευγενικό)
企てました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
企てなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
企てませんでした
Τε-μορφή
企てて
Δυνητική
企てられる
Προστακτική
企てろ
Βουλητική
企てよう
Υποθετική (ば)
企てれば