おが

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 γονυκλινώ και προσκυνώ

Κλίση

Παρόν (απλό)
伏し拝む
Παρόν (ευγενικό)
伏し拝みます
Άρνηση (απλή)
伏し拝まない
Άρνηση (ευγενική)
伏し拝みません
Παρελθόν (απλό)
伏し拝んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
伏し拝みました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
伏し拝まなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
伏し拝みませんでした
Τε-μορφή
伏し拝んで
Δυνητική
伏し拝める
Προστακτική
伏し拝め
Βουλητική
伏し拝もう
Υποθετική (ば)
伏し拝めば