ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ξαπλώνω μπρούμυτα, πέφτω καταγής
  2. 02 σκύβω (σε ένδειξη υποταγής), προσκυνώ, υποκλίνομαι
  3. 03 κατσουλεύω και κρύβομαι
  4. 04 ξαπλώνω (για ύπνο), κατακλίνομαι (λόγω ασθένειας)
  5. 05 τοποθετώ (κάτι) μπρούμυτα, αναποδογυρίζω
  6. 06 αποκρύπτω, κρύβω, κρατώ μυστικό

Κλίση

Παρόν (απλό)
伏す
Παρόν (ευγενικό)
伏します
Άρνηση (απλή)
伏さない
Άρνηση (ευγενική)
伏しません
Παρελθόν (απλό)
伏した
Παρελθόν (ευγενικό)
伏しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
伏さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
伏しませんでした
Τε-μορφή
伏して
Δυνητική
伏せる
Προστακτική
伏せ
Βουλητική
伏そう
Υποθετική (ば)
伏せば